ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΡΤΖΙΝΙΑ ΓΟΥΛΦ

Η Βιρτζίνια Γουλφ , πλήρες όνομα:  Αντελίν Βιρτζίνια Στίβεν,  ήταν Αγγλίδα μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος, που θεωρήθηκε πρωτοπόρος και νεοτερίστρια λογοτέχνης στον 20ό αιώνα και μια από τους μεγαλύτερους καινοτόμους στην αγγλική γλώσσα.

Η Βιρτζίνια Στίβεν γεννήθηκε στο Λονδίνο στις 25 Ιανουαρίου του 1882 από τους Σερ Λέσλι Στίβεν και Τζούλια Πρίνσεπ Τζάκσον (πρώην Ντάκγουορθ). Οι γονείς της, οι οποίοι παντρεύτηκαν στις 28 Μαρτίου του 1878, είχαν και οι δυο παιδιά από τους προηγούμενους γάμους τους. Ο πατέρας της Γουλφ ανήκε σε οικογένεια αριστοκρατών με μακρά παράδοση στα γράμματα, ήταν εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού Cornhill Magazine και συντάκτης του Λεξικού Εθνικής Βιογραφίας (Dictionary of National Biography). Η μητέρα της, γνωστή για την ομορφιά της, εργαζόταν ως μοντέλο για γνωστούς ζωγράφους της εποχής, ενώ τον καιρό της γέννησης της Βιρτζίνια ήταν νοσοκόμα κατ’ οίκον. Εκτός από τη Βιρτζίνια, το ζευγάρι είχε αποκτήσει την πρωτότοκη κόρη Βανέσα (μετέπειτα Μπελ, γενν. 1879), τον δευτερότοκο Τόμπυ (γενν. 1880) και τον υστερότοκο Άντριαν (γενν. 1883). Εκτός από αυτά τα παιδιά από τον κοινό τους γάμο, στο μέγαρο της οδού Hyde Park Gate, 22 ζούσαν και τα παιδιά από τους προηγούμενους γάμους τους: η κόρη του σερ Λέσλι, Λώρα (Laura Makepeace Stephen), ένα προβληματικό παιδί που σε λίγα χρόνια κλείστηκε μόνιμα σε ψυχιατρικό άσυλο και τα τρία παιδιά της Τζούλια, Τζορτζ, Στέλλα και Τζέραλντ Ντάκγουορθ. Αν και σαν βρέφος ήταν χαρωπή και τρυφερή, η Γουλφ με το πέρασμα των χρόνων έγινε νευρική, φοβόταν το σκοτάδι (κοιμόταν πάντα με τη λάμπα αναμμένη) καθώς και το θορυβώδες εξωτερικό περιβάλλον. Η ίδια, όταν θυμόταν τα παιδικά της χρόνια, θεωρούσε ότι ο φόβος αποτελούσε ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής της. Ειδικότερα, στις ετήσιες καλοκαιρινές διακοπές στο Σέιντ Άιβς (St. Ives) στην Κορνουάλη ένιωθε θλιβερά, τρομαχτικά συναισθήματα και κυρίως ένα αίσθημα απομόνωσης και απεγνωσμένης λύπης, με την αναπτυγμένη φαντασία της να ενισχύει όλα αυτά τα συναισθήματα.

H Βιρτζίνια μεγάλωσε σε καλλιτεχνικό περιβάλλον, με επιρροές από τη βικτωριανή λογοτεχνική κοινωνία: Χένρι Τζέιμς, Τζορτζ Έλιοτ, Τζορτζ Χένρι Λιούις, Τζούλια Μάργκαρετ Κάμερον και Τζέιμς Ράσελ Λόουελ (νονός της Βιρτζίνια), ήταν μεταξύ των επισκεπτών του σπιτιού της οικογένειας. Συμπλήρωμα αυτών των επιρροών ήταν η τεράστια βιβλιοθήκη του σπιτιού, απ’ όπου οι αδελφές Βιρτζίνια και Βανέσα διδάχτηκαν τους κλασικούς συγγραφείς και την αγγλική λογοτεχνία, σε αντίθεση με τους αδελφούς τους, Τόμπυ και Άντριαν, που ακολούθησαν την τυπική εκπαίδευση στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ. Το 1896 και μετά την εκπαίδευση που έλαβε κατ’ οίκον κυρίως από τον πατέρα της σπούδασε ιστορία, αρχαία ελληνικά και λατινικά στο παράρτημα για γυναίκες του King’s College. Την εκμάθηση των αρχαίων ελληνικών συνέχισε κατά τα έτη 1902 και 1903. Ο ξαφνικός θάνατος της μητέρας της από γρίπη το 1895 όταν ήταν 13 χρόνων, της προκάλεσε την πρώτη της νευρική κατάρρευση. Δύο χρόνια αργότερα, πέθανε ξαφνικά η ετεροθαλής αδερφή της Στέλλα από περιτονίτιδα, ενώ ο πατέρας της πέθανε το 1904 από καρκίνο του στομάχου. Αυτό πυροδότησε τη δεύτερη μεγάλη νευρική κατάρρευση και την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας της Γουλφ, η οποία πήδηξε από το παράθυρο του σπιτιού της οικογένειας. Σε όλη τη διάρκεια της ζωής της επηρεάστηκε από αυτή τη δραστική ταλάντευση διάθεσης. Αν κι αυτές οι επαναλαμβανόμενες διανοητικές διαταραχές είχαν πολλές επιπτώσεις στην κοινωνική ζωή της, οι λογοτεχνικές δυνατότητές της παρέμειναν άθικτες. Συνηθισμένα συμπτώματα της αρρώστιας της , ήταν οι βαριές ημικρανίες, οι αϋπνίες και η έλλειψη όρεξης. Η ανορεξία (ασθένεια που τα συμπτώματά της άρχισαν να αναγνωρίζονται ήδη από το 1870) ήταν το κυριότερο σύμπτωμα που κουβαλούσε από την παιδική της ηλικία. Η μητέρα της, Τζούλια είχε αποδεχτεί το γεγονός ότι η μικρή Τζίνια θα ήταν για πάντα ευάλωτη ψυχικά. Η οικογένεια από την πλευρά του πατέρα της εξάλλου, είχε ιστορικό ψυχικών ασθενειών, από σχιζοφρένεια μέχρι και βαριά κατάθλιψη. Ο ίδιος ο πατέρας της, ο Λέσλι Στίβεν είχε υποστεί κάποιου είδους νευρική κατάρρευση, καθώς προετοίμαζε το βιβλίο του Dictionary of National Biography. Το 1945, η ετεροθαλής της αδερφή, Λώρα, απεβίωσε στην ψυχιατρική κλινική όπου την έκλεισαν και ο ανιψιός του σερ Λέσλι, Τζεμ Στίβεν, ήταν επίσης ψυχικά διαταραγμένος.

Ο θάνατός του πατέρα τους, έκανε τα τέσσερα τελευταία παιδιά του, να φύγουν από το πατρικό σπίτι, και να εγκατασταθούν, από το 1904 ως το 1907, στην καρδιά του Λονδίνου, στην πλατεία Gordon (Gordon Square), στο Μπλούμσμπερι. Εκείνη την εποχή, η Βιρτζίνια έγραφε και δημοσίευε βιβλιοκριτικές στο λογοτεχνικό ένθετο των Times του Λονδίνου και παράλληλα δίδασκε ιστορία και έκθεση στο «Morley College for working men and women», όπως ονομαζόταν τότε.

Εκείνη την περίοδο, το ενδιαφέρον της για τη λογοτεχνία μεγάλωσε. Η Γουλφ σχετίστηκε με την πρωτοεμφανιζόμενη, τότε, ομάδα λόγιων φοιτητών, που έμεινε γνωστή ως Ομάδα Μπλούμσμπερι. Οι νεαροί αυτοί καλλιτέχνες (ποιητές, ζωγράφοι, συγγραφείς, φιλόσοφοι) αποτέλεσαν έναν κύκλο διανοούμενων που ανανέωσε τις τέχνες στη Μεγάλη Βρετανία, προάγοντας τον μοντερνισμό στη χώρα. Μεταξύ αυτών ήταν ο μυθιστοριογράφος Έντουαρντ Μόργκαν Φόρστερ, ο ζωγράφος και κριτικός τέχνης Ρότζερ Φράι, ο οικονομολόγος Τζων Μέυναρντ Κέυνς και ο συγγραφέας Λίτον Στράτχι. Με αυτούς, μεταξύ των οποίων ήταν τα αδέρφια της και ο μελλοντικός της σύζυγος, θα συναναστραφεί η Βιρτζίνια και θα πάρει την επιβεβαίωση που χρειαζόταν για να αρχίσει να γράφει. Με αυτούς εξάλλου θα συμμετάσχει στην περίφημη πια, Φάρσα του Ντρέτνωτ, (Dreadnought hoax) που έστησαν μέλη του κύκλου αυτού, στο Αγγλικό Βασιλικό Ναυτικό και συγκεκριμένα στο πολεμικό Ντρέντνωτ, υποδυόμενοι Αιθίοπες βασιλικούς αξιωματούχους. Τον Ιούνιο του 1906 θα γράψει το πρώτο της διήγημα, Phyllis and Rosamund, το οποίο ωστόσο δεν εκδόθηκε παρά μετά τον θάνατό της. Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου θα κάνει το πρώτο της -και μοιραίο όπως εξελίχτηκε- ταξίδι της στο εξωτερικό. Τον Σεπτέμβριο και ton Οκτώβριο του 1906 επισκέφτηκε μαζί με τα αδέρφια της την Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα και έπειτα την Εύβοια. Σε αυτό το ταξίδι, η Βανέσα και ο Τόμπυ έπαθαν τυφοειδή πυρετό και ενώ η Βανέσα θα αναρρώσει, ο Τόμπυ θα πεθάνει τελικά στο Λονδίνο, στις 20 Νοεμβρίου του 1906.
Οι εντυπώσεις της από το ταξίδι με τη μορφή αλληλογραφίας και ημερολογιακών εγγραφών θα κυκλοφορήσουν στην Ελλάδα, σε βιβλίο με τίτλο Ελλάδα και Μάης Μαζί, σε μετάφραση Μαρίας Τσάτσου από τον εκδοτικό οίκο Ύψιλον, το 1996.

Το 1907, η αγαπημένη αδερφή της Βανέσα παντρεύτηκε τον διανοούμενο και κριτικό τέχνης Κλάιβ Μπελ, ενώ η Βιρτζίνια άρχιεσε τα προσχέδια για τη συγγραφή του πρώτου μυθιστορήματός της, που αργότερα ονομάστηκε The Voyage Out.

Στις 10 Αυγούστου του 1912 παντρεύεται τον Λέοναρντ Γουλφ, μέλος και αυτός της Ομάδας του Μπλουμσπμέρι και φίλος του Τόμπυ από τα φοιτητικά του χρόνια. Αμέσως μετά το γάμο θα φύγουν για ένα μεγάλο ταξίδι του μέλιτος σε Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία. Ο Λέναρντ αν και η Βιρτζίνια του είχε εξομολογηθεί την ανικανότητά της να ανταποκριθεί στο σεξουαλικό του πάθος, καθώς επίσης και την πραγματική κατάσταση της υγείας της, ωστόσο ήταν απόλυτα σίγουρος ότι παρόλα αυτά ήθελε να την παντρευτεί. Και όπως αποδείχτηκε συν τω χρόνω, υπήρξε απόλυτα αφοσιωμένος σε αυτήν, τη φρόντιζε και την προστάτευε αγόγγυστα και με τη μεγαλύτερη προθυμία. Ένα χρόνο αργότερα όμως θα ξεσπάσει ακόμα μια θανάσιμη νευρική κατάρρευση της Γουλφ, κατά τη διάρκεια της οποίας θα επιχειρήσει και πάλι να αυτοκτονήσει καταπίνοντας υπερβολική δόση χαπιών Βερονάλ. Η κρίση αυτή που κράτησε από το καλοκαίρι του 1913 έως το φθινόπωρο του 1915 και κατά τη διάρκεια της οποίας η Γουλφ είχε φτάσει τα 28 κιλά ήταν τόσο βίαιη που σύμφωνα με την βιογράφο της Julia Briggs «την έφερε κοντά στο θάνατο ή στην καλύτερη περίπτωση σε μόνιμη διαμονή στο ψυχιατρείο».

Το 1914 το ζευγάρι αποφασίζει ότι θα έκανε καλό στη Βιρτζίνια να απομακρυνθεί από το θορυβώδες Λονδίνο, και γι’ αυτό εγκαταστάθηκαν στο Ρίτσμοντ, μια πόλη που απέχει περίπου 13 χλμ. από το Λονδίνο, και τον Μάρτιο του 1915 αγόρασαν πλέον και εγκαταστάθηκαν στο Hogarth House. Στα πλαίσια της ανάρρωσης της συγγραφέως, θεωρήθηκε ότι θα βοηθούσε στην αποκατάσταση της υγείας της, η ενασχόληση με την τυπογραφία (μάλιστα νεαρή όντας είχε πάρει μαθήματα βιβλιοδεσίας) και έτσι το ζευγάρι αγόρασε τα απαραίτητα για να λειτουργήσει ένα τυπογραφικό πιεστήριο. Το πρώτο τους βιβλίο, από τον δικό τους εκδοτικό οίκο, τον Hogarth House Press κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1915, και ήταν ένα κομψό βιβλιαράκι 32 σελίδων που περιλάμβανε το διήγημα της Βιρτζίνια Σημάδι στον Τοίχο (Mark on the Wall) και το διήγημα του Λέναρντ, Τρεις Εβραίοι (Three Jews).

Ωστόσο πριν από αυτό, είχε προηγηθεί η κυκλοφορία στις 26 Μαρτίου του 1915 του βιβλίου της «Το Ταξίδι» από τον εκδοτικό οίκο του αδερφού της, Τζωρτζ Ντάκγουορθ. Αυτή τη χρονιά, το 1914 θα αρχίσει να γράφει το δεύτερο μυθιστόρημά της, το Μέρα και Νύχτα. Η Γουλφ εξομολογήθηκε πολλά χρόνια αργότερα ότι ήταν τόσο τρομοκρατημένη από την ασθένειά της που έγραψε το Μέρα και Νύχτα, περισσότερο για να αποδείξει στον εαυτό της ότι ήταν διανοητικά υγιής. «Το έγραψα ξαπλωμένη στο κρεβάτι και ασχολούμουν με αυτό μόνο μισή ώρα την ημέρα.» Το μυθιστόρημα θα εκδοθεί και πάλι από τον εκδοτικό οίκο του ετεροθαλούς αδερφού της, το 1919, χρονιά που το ζευγάρι θα αγοράσει και το περίφημο εξοχικό σπίτι, το Monk’s House(D/R) στο Ρόντμελ του Σάσσεξ, τόπος της οριστικής διαμονής τους. Το 1920 θα αρχίσει να συγγράφει το μυθιστόρημα Το δωμάτιο του Ιακώβου (Jacob’s Room) -ένα σημαντικό έργο στην εργογραφία της- τομή στην λογοτεχνία της εποχής, αφού το μυθιστόρημα συντίθεται από τις αναμνήσεις, τις σκέψεις και τα συναισθήματα της για τον πρόωρα χαμένο αγαπημένο αδερφό της Τόμπυ. Το έργο τελειώνει στις 4 Νοεμβρίου του 1921 και θα εκδοθεί από τον δικό της εκδοτικό οίκο το 1922. Εν τω μεταξύ, ο εκδοτικός οίκος Hogarth Press, αναπτύσσεται χρόνο με το χρόνο. Παρόλο που δεν θα αποφύγουν τις λάθος επιλογές (χαρακτηριστικά, απορρίπτουν το χειρόγραφο του Οδυσσέα του Τζόυς που τότε έψαχνε εκδότη) θα πρωτοεκδώσουν τελικά, σημαντικούς λογοτέχνες της εποχής και της χώρας τους. Το 1923 εκδίδουν την Έρημη Χώρα του Τόμας Στερνς Έλιοτ (το βιβλίο στοιχειοθετήθηκε από την ίδια την Γουλφ) και τα επόμενα χρόνια θα συνεχίσουν με την Κάθριν Μάνσφιλντ (προσωπική φίλη της Γουλφ), τον Ε. Μ. Φορστερ, τη Βίτα Σάκβιλ Γουέστ, τον Ρόμπερτ Γκρέιβς, τον Τζων Μέυναρντ Κέυνς, καθώς και έργα του Σίγκμουντ Φρόυντ.

Κουρασμένη από το γράψιμο των Κυμάτων και σαν αστείο για να χαλαρώνει (όπως συνήθιζε να κάνει) άρχισε να γράφει το καλοκαίρι του 1931, το Φλας, τη βιογραφία του σκύλου της ποιήτριας Ελίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνινγκ,την οποία εξέδωσε σε βιβλίο το 1933. Σε αυτό το διάστημα θα ταξιδέψει για δεύτερη φορά στην Ελλάδα μαζί με τον άντρα της και τον Ρότζερ Φράι, του οποίου ο ξαφνικός θάνατος το 1934 θα την καταβάλλει πολύ. Το 1935 έχοντας αγοράσει αυτοκίνητο θα κάνουν ένα μεγάλο οδικό ταξίδι στη Γαλλία, στην Ιταλία, επιστρέφοντας μέσω της Γερμανίας του Χίτλερ και της Ολλανδίας. Το 1937 θα εκδώσει το μυθιστόρημα Τα Χρόνια – ένα βιβλίο που είχε αρχίσει να δουλεύει από το τέλος του 1932 και το οποίο εξελίχθηκε στο ογκωδέστερο των μυθιστορημάτων της αλλά και ένα από τα προσφιλέστερα στους λογοτεχνικούς κριτικούς. Όταν ξεσπάει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η διάθεση της Γουλφ αρχίσει να χειροτερεύει και το 1940 ύστερα από την σφοδρή αεροπορική επιδρομή των Γερμανών εναντίον του Λονδίνου (The Blitz(D/R)) – καταστρέφονται το σπίτι και τα γραφεία του εκδοτικού οίκου στο Λονδίνο, και το ζευγάρι μετακομίζει στο Μονκς Χάουζ. Η πιθανότητα οι Γερμανοί να καταλάβουν την Αγγλία και το τι θα σήμαινε αυτό όχι μόνο για τη χώρα αλλά και για τη ζωή του Εβραίου Λέοναρντ, κάνουν τη Γουλφ να ζει σε μια διαρκή ανησυχία και αγωνία.Τον χειμώνα του 1941 θα ολοκληρώσει το τελευταίο μυθιστόρημά της, το Ανάμεσα στις Πράξεις και θα περάσει την τρίτη και μοιραία νευρική κατάρρευση της ζωής της. Η κατάθλιψη, η ανορεξία, οι παραισθήσεις θα επιστρέψουν δυνατότερες από κάθε άλλη φορά. Ο Λέναρντ Γουλφ παραδέχεται στην αυτοβιογραφία του ότι το να μην την εμπιστευτεί σε 24ωρη επίβλεψη από νοσοκόμες ήταν μεγάλο λάθος που έφερε την καταστροφή. Στις 28 Μαρτίου 1941 η Γουλφ εγκατέλειψε το σπίτι της προς άγνωστη κατεύθυνση αφήνοντας δυο σημειώματα, ένα για την αδερφή της και ένα για τον σύζυγό της. Αν και στο σημείωμα έγραφε ότι είχε σκοπό να αυτοκτονήσει, ωστόσο αγνοούνταν για 3 εβδομάδες, μέχρι να βρεθεί πρώτα το καπέλο της και το μπαστούνι της σε μια όχθη του ποταμού Ουζ (Ouse) και αργότερα τρία μικρά παιδιά να ανακαλύψουν το πτώμα της στις 19 Απριλίου του 1941. Το πτώμα της αποτεφρώνεται την επόμενη μέρα και τα υπολείμματα θάβονται στο σπίτι στο Μονκς, κάτω από μια φτελιά. Τον Ιούλιο του 1941 ο Γουλφ θα εκδώσει το τελευταίο μυθιστόρημά της, ενώ το 1953 θα εκδώσει και αποσπάσματα από τα ημερολόγια της με τίτλο A Writer’s Diary.

Σημείωμα αυτοκτονίας προς τον σύζυγό της

Αισθάνομαι σίγουρα πως τρελαίνομαι πάλι. Αισθάνομαι ότι δε μπορούμε να ξαναπεράσουμε άλλον ένα σαν εκ τους φοβερούς χρόνους. Και δεν θα συνέλθω ξανά τούτη τη φορά. Αρχίζω ν’ ακούω φωνές και δε μπορώ να συγκεντρωθώ. Έτσι κάνω κείνο που μου φαίνεται καλύτερο για όλους μας. Μου ‘χεις δώσει τη μέγιστη δυνατή ευτυχία. Ήσουν με κάθε τρόπο όλ’ αυτά που κανείς δε θα μπορούσε να ‘ναι. Δε γνωρίζω δυο ανθρώπους που θα μπορούσαν να είναι ευτυχέστεροι, μέχρι που με χτύπησε τούτη η φοβερή αρρώστια. Δεν μπορώ να την παλέψω άλλο. Ξέρω ότι χαλώ τη ζωή σου, που χωρίς εμένα θα μπορούσες να κάνεις. Και το ξέρεις πως το ξέρω. Βλέπεις δεν μπορώ μήτε να γράψω… ακόμη κι αυτό. Δε μπορώ να διαβάσω. Θέλω να πω πως οφείλω όλη την ευτυχία της ζωής μου σε σένα. Ήσουν ολότελα υπομονετικός μαζί μου και καλός σ’ απίστευτο βαθμό. Θέλω να σ’ το πω αυτό -ο καθένας το ξέρει. Αν κάποιος θα μπορούσε να μ’ είχε σώσει, αυτός θα ‘σουν εσύ. Όλα έχουνε χαθεί για μένα μα βεβαιώνω για την καλοσύνη σου. Δεν μπορώ να συνεχίσω να χαλώ τη ζωή σου άλλο. Δεν σκέφτομαι ότι δυο άνθρωποι θα μπορούσαν να ‘ναι ευτυχέστεροι απ’ όσο ήμασταν εμείς.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *