ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΓΟΥΙΛΙΑΜ ΦΩΚΝΕΡ

Ο Γουίλιαμ Φώκνερ (William Cuthbert Falkner, 25 Σεπτεμβρίου 1897 – 6 Ιουλίου 1962) ήταν Αμερικανός συγγραφέας από τους σημαντικότερους του 20ου αιώνα και ιδιαίτερα της μεγάλης λογοτεχνικής παράδοσης του Αμερικανικού Νότου.

Γεννήθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου του 1897, στην πόλη Νιού Ώλμπανυ (New Albany) της πολιτείας του Μισισίπι, και ήταν ο πρωτότοκος γιος του Μάρεϊ Κάθμπερτ Φώκνερ και της Μωντ Μπάτλερ. Η οικογένεια απέκτησε ακόμα τρία αγόρια, τους αδερφούς του Μάρεϊ Τσάρλς «Τζάκ» Φώκνερ, τον επίσης συγγραφέα Τζων Φώκνερ και τον Ντην Σουίφτ Φώκνερ. Ο πρώτος γιος πήρε το όνομα του παππού του, του Γουίλιαμ Κλαρκ Φώκνερ, (William Clark Falkner), εξέχον μέλος της οικογένειας Φώκνερ αλλά και της περιοχής αφού υπήρξε εκτός των άλλων, και συνταγματάρχης κατά την περίοδο του Εμφύλιου πολέμου. Σε ηλικία ενός έτους η οικογένεια μετακόμισε στην κοντινή πόλη Ρίπλεϊ (Ripley) του Μισισίπι, όπου ο πατέρας του εργάστηκε σαν ταμίας της οικογενειακής επιχείρησης σιδηροδρόμων «Gulf & Chicago Railroad Company». Όταν ο πατέρας του Μάρεϊ Φώκνερ, πούλησε την επιχείρηση αντί να την κληροδοτήσει στο γιο του, η οικογένεια του, μετακόμισε – στις 21 Σεπτεμβρίου 1902 – στην πόλη Όξφορντ του Μισισίπι, πόλη στην οποία παρέμεινε ο συγγραφέας μέχρι το τέλος της ζωής του. Η μητέρα του, έμαθε στα παιδιά της να γράφουν και να διαβάζουν πριν πάνε ακόμα στο σχολείο, και τους έμαθε να αγαπάνε τη ζωγραφική και τη λογοτεχνία. Έτσι από νωρίς σε επαφή με τον κόσμο της κλασικής λογοτεχνίας, πρώτα ακούγοντας και μετά διαβάζοντας και ο ίδιος Κάρολο Ντίκενς και Αδερφούς Γκρίμ. Στις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου ήταν άριστος μαθητής. Ωστόσο σταδιακά, άρχισε να χάνει το ενδιαφέρον του για τα μαθήματα. Έγινε κακός μαθητής και τελικά εγκατέλειψε οριστικά το σχολείο πριν ολοκληρώσει τη γυμνασιακή εκπαίδευση. Το 1914 και σε ηλικία 17 ετών, θα γνωρίσει έναν σχεδόν συνομήλικό του, Φίλιπ Στόουν (Ρhilip Stone), ο οποίος πρώτος θα ανακαλύψει το συγγραφικό ταλέντο του νεαρού Γουίλιαμ, αλλά και θα καθοδηγήσει τα διαβάσματα του Φώκνερ. Ο Στόουν θα τον φέρει σε επαφή με την σύγχρονη λογοτεχνία της εποχής του, και ιδιαίτερα με τον Τζέημς Τζόυς, και ο Στόουν θα προσπαθήσει (ανεπιτυχώς) να βρει εκδότες για τα πρώτα γραπτά του φίλου του. Όταν η Αμερική θα μπει στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Φώκνερ θα δοκιμάσει να καταταγεί, ωστόσο το ύψος του (ήταν 1.65′) δεν επέτρεψε την στρατολόγηση του στις μάχιμες μονάδες. Όμως δεν το έβαλε κάτω και έκανε αίτηση στη RAF, στο σώμα διατηρούσε στο Τορόντο του Καναδά. Χαλκεύοντας έγγραφα και υιοθετώντας βρετανική προφορά, κατάφερε να ξεγελάσει τους υπεύθυνους και να περάσει για Βρετανός πολίτης. Όμως, λίγους μήνες μετά την αρχή της εκπαίδευσής του, ο πόλεμος τελείωσε. Όταν γύρισε στην πατρίδα του, έπεισε όλο τον κόσμο ότι είχε τελικά υπηρετήσει και εκμεταλλευόμενος έναν ευνοϊκό για τους βετεράνους του πολέμου νόμο κατάφερε να εγγραφεί στο Πανεπιστήμιο του Μισισίπι («Ole Miss» το ονομάζουν οι νότιοι). Ωστόσο αφού παρακολούθησε μόνο τρία εξάμηνα, το εγκατέλειψε τον Νοέμβριο του 1920.
Όλα αυτά τα χρόνια, έγραφε ποίηση κατά κύριο λόγο, και κάποια ποιήματά του είχε καταφέρει να εκδώσει στο περιοδικό του Πανεπιστημίου. Το 1925 έγραψε το πρώτο μυθιστόρημά του, «Soldiers’ Pay», (Η πληρωμή του στρατιώτη), το διάστημα που ζούσε στην Νέα Ορλεάνη, θέμα που εμπνεύστηκε από την υπηρεσία του στη RAF.   Το 1927 θα είναι η πρώτη χρονιά που θα παρουσιάσει την κομητεία Γιοναπατόφα, στο μυθιστόρημα «Flags in the Dust». Αν και ήταν περήφανος για το δημιούργημά του, το βιβλίο δεν βρήκε εκδότες. Ξανά – επεξεργασμένο το βιβλίο θα κυκλοφορήσει τελικά, το 1929 με τίτλο «Sartoris», Σαρτόρις. Εν αντιθέσει, το άλλο βιβλίο που έγραψε το 1927, το «Mosquitoes» (Κουνούπια) θα κυκλοφορήσει αμέσως, και συγκεκριμένα στις 30 Απριλίου του 1927 από τον εκδοτικό οίκο «Boni & Liveright».  Το Φθινόπωρο του 1928 και σε ηλικία 31 ετών, αρχίζει το γράφει το έργο του «The Sound and the Fury», (Η βουή και η μανία) ενώ το 1929 θα παντρευτεί τον εφηβικό του έρωτα, την Estelle Oldham στην Οξφόρδη του Μισισίπι. Εκείνο το διάστημα, όπου εργαζόταν νυχτερινή βάρδια στον ηλεκτρικό σταθμό του Πανεπιστημίου του Μισισίπι, μέσα σε έξι βδομάδες του καλοκαιριού, από τα μεσάνυχτα ως τις τέσσερις το πρωί, γεννήθηκε το «As I Lay Dying», (Καθώς ψυχορραγώ) που κυκλοφόρησε την αμέσως επόμενη χρονιά (1930). Ακολούθησε το «Sanctuary», (Το άδυτο) το 1931 – το μόνο βιβλίο του που έκανε καλές πωλήσεις την εποχή που κυκλοφόρησε. Ωστόσο τα χρήματα δεν έφταναν για να ζήσει η οικογένεια πλέον Φώκνερ, – η Εστέλ είχε ήδη δυο παιδιά από τον προηγούμενο γάμο της- και έτσι στράφηκε στην μεγάλη πλουτοπαραγωγική πηγή του Χόλυγουντ, και βρήκε δουλειά σαν σεναριογράφος στην Metro-Goldwyn-Mayer. Τον Ιανουάριο του 1931 η γυναίκα του θα γεννήσει το πρώτο τους παιδί, ένα κορίτσι που όμως πέθανε 5 μέρες μετά τη γέννησή του. Το 1932 θα γράψει και θα εκδώσει το «Light in August», (Φως τον Αύγουστο). Το 1933 και αφού η οικογένεια Φώκνερ είχε επιστρέψει στο Όξφορντ ύστερα από την εξάμηνη διαμονή στην Καλιφόρνια, γεννήθηκε το μοναδικό επιζών παιδί τους, η κόρη του, Τζιλ. Από εδώ και πέρα θα βιοπορίζεται από την συγγραφή σεναρίων ενώ ταυτόχρονα θα εκδώσει το «Pylon», το 1935, το Absalom, Absalom! – (Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ! το 1936 και το The Unvanquished το 1938. Μια πτώση που είχε από το άλογό του το 1959 ήταν η αρχή των προβλημάτων υγείας που θα οδηγήσουν στο θάνατό του. Μια δεύτερη πτώση στις 17 Ιουνίου του 1962 και οι επιπλοκές της, θα του προκαλέσουνε θρόμβωση. Πέθανε – σαν συνέπεια της θρόμβωσης- από καρδιακή ανακοπή σε ηλικία 64 χρόνων, στις 6 Ιουλίου 1962 στο νοσηλευτήριο Μπαχέϊλια του Μισισίπι. Ενταφιάστηκε στον οικογενειακό τάφο των Φώκνερ, στο νεκροταφείο του Αγίου Πέτρου, στο Όξφορντ.

Έγραψε μυθιστορήματα, διηγήματα, ένα θεατρικό έργο, ποιήματα, δοκίμια και σενάρια κινηματογραφικών ταινιών. Ωστόσο είναι ιδιαίτερα γνωστός για τα μυθιστορήματα του που όλα διαδραματίζονται στο λογοτεχνικό σύμπαν της κομητείας «Γιοναπατόφα» του Μισισίπι που δημιούργησε ο συγγραφέας. Αν και άρχισε να δημοσιεύει τα έργα του από την δεκαετία του 1920, έγινε διάσημος με την κατάκτηση του Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1949. Με τα χρήματα του βραβείου δημιούργησε το «William Faulkner Foundation», που έδινε υποτροφίες σε νέους αξιόλογους Αμερικανούς συγγραφείς. Όλα σχεδόν τα έργα του έχουν αποσπάσει βραβεία, με σημαντικότερα τα δύο Πούλιτζερ που κατέκτησε το 1954 και το 1962, με τα μυθιστορήματα του «Ο Φαύνος» ( «A Fable» ) και «Οι κλέφτες» ( «The Reivers» ) αντίστοιχα. Ο «Φαύνος» έχει τιμηθεί και με το «Εθνικό Βραβείο βιβλίου» (National Book Award). Το μυθιστόρημά του «Η βουή και η μανία» συγκαταλέχθηκε ανάμεσα στα 100 αριστουργήματα της αγγλόφωνης λογοτεχνίας του 20ου αιώνα. Αλλά και τα μυθιστορήματα του, «Φως τον Αύγουστο», «Καθώς ψυχορραγώ» και «Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ!» έχουν ενταχθεί σε παρόμοιες λίστες. Το 1962 τιμήθηκε με το «Χρυσό μετάλλιο Λογοτεχνίας» της Αμερικανικής Ακαδημίας Γραμμάτων και Τεχνών (American Academy of Arts and Letters). Προς τιμήν του, έχει θεσμοθετηθεί και το σημαντικό Βραβείο PEN/Faulkner.

Από τη δεκαετία του 1950 -και λόγω της βράβευσης του Φώκνερ με το Νόμπελ – αυξάνει το ενδιαφέρον των Ελλήνων λογοτεχνών για το έργο του αλλά και για την αμερικανική πεζογραφία γενικότερα.
Ο Στέλιος Ξεφλούδας στο δοκίμιό του «Το σύγχρονο μυθιστόρημα» (εκδ. «Ίκαρος», 1955) ξεχωρίζει μια τάση της Αμερικανικής πεζογραφίας που την ονομάζει ποιητικό μυθιστόρημα και θεωρεί τον Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ και τον Φώκνερ αντιπροσώπους της :«Μια από τις ισχυρές τάσεις της νέας μυθιστορηματικής λογοτεχνίας στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής είναι η απολύτρωση από τα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα κι η επιστροφή στο ποιητικό μυθιστόρημα. Υπάρχει σ’ αυτή τη στροφή φανερή η επίδραση του Φίτζεραλ και του Φώκνερ. Πρόκειται για μια επιστροφή στο μυθιστόρημα που οι συγγραφείς του ήταν αληθινά ποιητές.»(σελ.83). Ο Ξεφλούδας – από τους πρώτους μελετητές του Φώκνερ στην Ελλάδα – προτάσσει την τεχνική του Φώκνερ, έναντι της θεματικής του, γράφοντας ότι στα έργα του το θέμα δεν είναι παρά ένα πρόσχημα για να αναπτύξει την τεχνική του η οποία στηρίζεται στη δύναμη του ανέκφραστου.
Ο μελετητής και λογοτέχνης Γιώργος Δέλιος θεωρεί τον Φώκνερ «ακρογωνιαίο λίθο του οικοδομήματος της σύγχρονης Αμερικανικής λογοτεχνίας, με τον Έρνεστ Χεμινγουέι να αποτελεί τον άλλο». Ο Φώκνερ σύμφωνα με τον μελετητή Δημήτρη Τζιόβα επηρέασε όσο λίγοι, τους νεότερους Έλληνες μυθιστοριογράφους: ενδεικτικά αναφέρουμε τον Νίκο Μπακόλα, που μετά τη μετάφραση του «Η βουή και το πάθος» το 1963, γράφει το μυθιστόρημά του «Ο κήπος των πριγκίπων» (1966), σαφώς επηρεασμένος από τον Φώκνερ. Αλλά και ο Στρατής Τσίρκας όπως το δηλώνει ο ίδιος, επηρεάστηκε από τον Φώκνερ. Στην τριλογία του «Ακυβέρνητες πολιτείες» υιοθετεί την φωκνερική τεχνική της πολλαπλής εστίασης. Αλλά και το έργο αρκετά μεταγενέστερων μυθιστοριογράφων όπως «Ο Λούσιας» (1979) του Νίκου Χουλιαρά, φαίνεται επηρεασμένο από τον Αμερικανό συγγραφέα.
Η πρώτη μετάφραση έργου του Φώκνερ στην Ελλάδα γίνεται από την συγγραφέα Κωστούλα Μητροπούλου, που μετέφρασε τον διήγημα του «Dry September» («Άνυδρος Σεπτέμβρης») το 1953. Από το 1960 οι μεταφράσεις πολλαπλασιάζονται αλλά πάντοτε ο Φώκνερ, δεν είχε τόσο μεγάλη απήχηση στο ελληνικό κοινό, (εν αντιθέσει ας πούμε με τον Χεμινγουέι ή τον Στάινμπεκ), όσο στους Έλληνες συγγραφείς. 
Η Ντόρα Τσιμπούκη -καθηγήτρια της Αμερικανικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών – σχολιάζοντας τις ελληνικές μεταφράσεις των έργων του, ξεχωρίζει αυτή του λογοτέχνη Νίκου Μπακόλα, του μυθιστορήματος «Η βουή και το πάθος», ο οποίος σκύβει με αγάπη και σεβασμό στο κείμενο και πετυχαίνει να κρατήσει ζωντανή τη διαφορά ανάμεσα στις τέσσερις αφηγήσεις, σε ένα βιβλίο που χαρακτηρίστηκε από τους κριτικούς τόσο ηθελημένα δυσνόητο που «μόνον ο Θεός και ο δημιουργός του μπορούν να το καταλάβουν». Αριστοτεχνική θεωρεί και τη μετάφραση του Μένη Κουμανταρέα στο «Καθώς ψυχορραγώ» που κατορθώνει να ξεπεράσει με επιτυχία της δυσκολίες της μετάφρασης ενός ακόμα δύσκολου και απαιτητικού μυθιστορήματος. Όσο για το «Φως στον Αύγουστο», παραδέχεται ότι η μεταφράστρια Βικτώρια Τράπαλη, έχει κάνει σοβαρή δουλειά, ωστόσο θεωρεί ατυχή τον εξελληνισμό των ονομάτων, και την απόδοση της επαρχιώτικης προφοράς των ηρώων. Τέλος, για το «Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ!», θεωρεί ότι η μετάφραση της Έλλης Μαρμαρά όντας πιστά προσηλωμένη στο πρωτότυπο κείμενο χάνει σε ένταση και πάθος γιατί »Ένα τέτοιο βιβλίο απαιτεί, εκτός από γνώση της αγγλικής, γνώση του συνολικού έργου του Φόκνερ και του πολιτισμικού υπόβαθρου που το γεννά.» Ο Φώκνερ επισκέφτηκε την Ελλάδα, τον Μάρτιο του 1957 ύστερα από πρόσκληση της Ακαδημίας Αθηνών και υπό την αιγίδα της Αμερικανικής Πρεσβείας στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα στις 17 Μαρτίου του 1957 παραλαμβάνει σε ειδική εκδήλωση το Αργυρό λ της Ακαδημίας των Αθηνών για την γενικότερη προσφορά του στη λογοτεχνία. Τις επόμενες μέρες θα παραχωρήσει μια συνέντευξη τύπου με σκοπό να γνωριστεί με τους Έλληνες διανοούμενους θα παρακολουθήσει την παράσταση του έργου του, «Ρέκβιεμ για μια μοναχή» που ανέβασε ο θίασος Κοτοπούλη σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μυράτ, θα επισκεφτεί τους Δελφούς και τις Μυκήνες,και θα κάνει μια μίνι-κρουαζιέρα στις Κυκλάδες στο γιοτ του βιομηχάνου Μποδοσάκη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *